στυφός


στυφός
-ή, -ό / στυφός, -ή, -όν, ΝΜΑ [στύφω]
1. (για εδώδιμα) αυτός που έχει στυπτική γεύση, που προκαλεί παροδική ξηρότητα στο στόμα, όπως λ.χ. το κυδώνι, το μούσμουλο και τα άγουρα φρούτα
2. μτφ. α) δυσάρεστος
β) δυσαρεστημένος
αρχ.
μτφ. αυστηρός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • στυφός — astringent masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στύφος — (I) Α (κατά τον Ησύχ.) «κέρδος». (II) η, ον, ΜΑ 1. στυφός 2. μτφ. σοβαρός, αυστηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τού στυφός με αλλαγή τόνου] …   Dictionary of Greek

  • στυφός — [стифос] εκ. терпкий …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • στυφός — ή, ό αυτός που έχει τέτοια γεύση που προκαλεί σούφρωμα στο στόμα και στη γλώσσα: Τα μήλα ήταν στυφά, γιατί ήταν άγουρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στυφά — στυφός astringent neut nom/voc/acc pl στυφά̱ , στυφός astringent fem nom/voc/acc dual στυφά̱ , στυφός astringent fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στυφόν — στυφός astringent masc acc sg στυφός astringent neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στυφοί — στυφός astringent masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στυφοῦ — στυφός astringent masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στυφωτέρῳ — στυφός astringent masc/neut dat comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στυφᾶν — στυφός astringent masc/fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.